Ένα φιλί στου φλυτζανιού τα χείλη
Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν μια μαμά που είχε πέντε παιδιά και δεν προλάβαινε ποτέ να ξεκουραστεί απο τις δουλειές του σπιτιού. Συνέχεια έπλενε, μαγείρευε, ταχτοποιούσε κι όταν όλα ήταν ταχτικά, αντί να ξεκουραστεί, πήγαινε για ψώνια και έφερνε στο σπίτι πράγματα που χρειάζονταν μαγείρεμα και ξανάρχιζε απο την αρχή. Τα πρωϊνά έτρεχε στα δωμάτια ψάχνοντας να βρεί τα μπουφάν και πάντα κάποιο θα μπέρδευε και τα βράδυα περπατούσε στο σπίτι μέσα, διπλωμένη στα δύο απο την κούραση κι έτοιμη να θυμώσει με το παραμικρό. —Λυπηθείτε με, έλεγε καμιά φορά στα παιδιά, μαζέψτε μόνοι σας τα πράγματα σας!Αλλά τα παιδιά δεν καταλάβαιναν γιατί έπρεπε να τη λυπηθούν μαζεύοντας τα δικά τους πράγματα. Αφού εκείνα δεν τα πείραζε να είναι σκορπισμένα, τι την ένοιαζε τη μαμά; Κι έτσι δεν τα μάζευαν!Στο τέλος τη λυπήθηκαν τα ίδια τα πράγματα. Μια μέρα τα πουλόβερ των παιδιών της εκεί που τα δίπλωνε με κουρασμένα χέρια, άρχισαν να ψιθυρίζουν το ένα στο άλλο:"Δεν μπορώ πια ν΄αφήνω αυτή την κακομοίρα τη γυναίκα να με διπλώνει, όταν βλέπω πόσο πολύ κοντεύει κι η ίδια να διπλώσει απο την κούραση. Θα το κάνω μόνο μου! Μόλις με βγάζει ο γιός της θα πηγαίνω στο ντουλάπι και θα διπλώνομαι οικειοθελώς!—Θα σε βοηθήσω και γώ, είπε το πουκάμισο που βρισκόταν με τα μανίκια χωμένα στα δικά του, γιατί το αγόρι που τα φορούσε τα είχε βγάλει και τα δυό μαζί. Θα τρέχω στην κρεμάστρα μέχρι να πείς κίμινο!
Το πεταμένο παντελόνι που άκουσε τη συζήτηση, αποφάσισε κι αυτό να συμμετέχει στην επιχείρηση και όλα τα ρούχα συμφώνησαν όταν έμαθαν τα καθέκαστα. Μόλις η μαμά έφυγε απο το σπίτι, δυό ζωηρά καλτσάκια έτρεξαν να πουν τα νέα στα πιατικά και τα κατσαρολικά, τα σεντόνια και τα παπλώματα, τα τραπεζομάντηλα και τις πετσέτες. Ολα μαζί αποφάσισαν να βοηθήσουν την κατάσταση κι άρχισαν αμέσως.—Ελα βρυσούλα, άνοιξε λιγάκι, είπε ένα πιατάκι στη βρύση, και σύ σαπουνάκι στάξε μια σταγονίτσα, και σύ σφουγγάρι, έλα να μας τρίψεις, να βοηθήσουμε την καημένη τη μαμά των παιδιών!
—Ολ' αυτά χάρη σε σάς, είπε μια μέρα η μαμά πιάνοντας στο χέρι ένα φλυτζάνι και μέσα στην ευτυχία της, το φίλησε στα χείλη πριν το ακουμπήσει πάλι στο πιατάκι του. Το φλυτζάνι κοκκίνησε απο χαρά, αλλά μόλις έμεινε μόνο του με τα άλλα φλυτζάνια, άρχισε η γκρίνια.—Γιατί να φιλήσει μόνο εσένα; είπε ένα πιάτο παρεξηγημένο. Βοηθάμε όλα το ίδιο!—Εγώ κάνω την περισσότερη δουλειά, είπε εκείνο. Πίνει συνέχεια καφέδες και μ' αγαπάει, γιατί είμαι το δικό της!—Δε νομίζω να σ' αγαπάει περισσότερο απο μένα, που είμαι το αγα-πημένο πιάτο της, είπε ένα πιάτο.—Σιγά τον πολυέλαιο, είπε ένα άλλο. —Τι συμβαίνει; είπε ο πολυέλαιος, θιγμένος.Αρχισε ένας καυγάς τρομερός. Πιάτα και ποτήρια έκαναν τόση φασαρία, που οι γείτονες ανέβηκαν να παραπονεθούν. Χτύπησαν το κουδούνι, αλλά κανείς δεν τους άνοιξε. Μέσα στο σπίτι γινόταν χαμός. Ακόμα και τα ήσυχα ρούχα είχαν βγεί απο τα ντουλάπια τους και προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τα πράγματα, αλλά μάταια. Καθώς η οικογένεια έλειπε σε μια μακρινή βόλτα, οι γείτονες ανησύχησαν και κάλεσαν την αστυνομία. Οταν γύρισε η μαμά με τα παιδιά, βρήκαν την πόρτα τους ανοιχτή και τους γείτονες να ψάχνουν για θύματα μέσα σε σωρούς απο σπασμένα πιάτα.—Ω, τα καλά μου τα γυαλικά, είπε η μαμά κλαίγοντας.Μάζεψαν ότι είχε απομείνει και το έβαλαν στη θέση του. Από τότε κανένα πράγμα μέσα στο σπίτι δεν κουνήθηκε μόνο του. Τα παιδιά ανησύχησαν όμως, μήπως χάσουν τις ωραίες εκδρομές τους, τα παραμύθια τους, τα τραγούδια τους κι όλο το κέφι και την ομορφιά που είχε βασιλέ-ψει. Αποφάσισαν να βάλουν κι αυτά ένα χεράκι στη τακτοποίηση και τα πλυσίματα κι έτσι η μαμά δεν πρόλαβε να κουραστεί. Μοιρασμένη στα έξη η δουλειά ήταν αστεία. Συνέχισαν να περνάνε καλά κι ωραία κι αγαπημένα, ώσπου μεγάλωσαν και φύγανε να φτιάξουνε δικά τους σπίτια.