H ερωτευμένη κάμερα
Η κάμερα τρομοκρατημένη βγήκε στην πρώτη στάση απο το παράθυρο. Ακολούθησε το τρόλλεϋ ώσπου είδε την κοπέλλα να κατεβαίνει κι ύστερα την πήρε πάλι απο πίσω , ώσπου την είδε να μπαίνει σ΄ενα σπίτι. Η πόρτα έκλεισε κι η κάμερα έμεινε να βλέπει τα ντουβάρια. Πως θα μπορούσε να μπεί μέσα; Εψαξε να βρεί κανένα παράθυρο. Το σπίτι ήταν μονοκατοικία, με ψηλούς ορόφους κι η κάμερα δυσκολεύτηκε να ανεβεί στο μπαλκόνι και να βρεί μια γωνιά τραβηγμένης κουρτίνας να κοιτάξει μέσα.
—Ωραίο σπίτι, είπε ο τροχαίος που κοιτούσε την εικόνα στην αίθουσα με τις τηλεοράσεις.
—Μα τι δουλειά έχει αυτή η κάμερα να δείχνει αυτό το σπίτι; ρώτησε ο συνάδελφος του. Αυτή ήταν στην Ομόνοια κι έδειχνε τους πεζούς στο πεζοδρόμιο!
—Θα απηύδησε φαίνεται να τους βλέπει και πήρε τους δρόμους,είπε ο πρώτος.—Πρέπει να πας να τη φέρεις πίσω, είπε ο άλλος.—Ας δούμε πρώτα τι κοιτάζει!Ο τροχονόμος εκείνος έμεινε στην αίθουσα να παρακολουθεί την κάμερα. Είδε πρώτα την κουρτίνα του παράθυρου, ύστερα είδε την κοπέλλα που πλησίασε και κοίταξε παραξενεμένη. Άπλωσε το χέρι η κοπέλλα, τράβηξε την κουρτίνα και σταμάτησαν, η κάμερα και ο τροχονόμος , να την βλέπουν. Εν συνεχεία η κάμερα έμεινε εκεί, περιμενοντας μήπως και ξανατραβηχτεί η κουρτίνα.—Τι παράξενο, σκέφτηκε ο τροχονόμος.Κι αφού η Ομόνοια είχε μείνει χωρίς κάμερα, πήγε εκείνος την άλλη μέρα εκεί, να προσέχει τον κόσμο. Κατά το μεσημεράκι, νάσου και η κάμερα. Πήγαινε απο πίσω απο την όμορφη κοπέλλα και ούτε που του έδωσε σημασία. —Που πάει αυτή η παλαβή; σκέφτηκε ο τροχονόμος και τις ακολούθησε κι εκείνος. Η κοπέλλα πήγαινε στην Πλάκα. Πέρασαν την Αιόλου, όπου στάθηκαν και οι τρείς και χάζεψαν σ΄ολα τα καρροτσάκια, έφτασαν στο Μοναστηράκι, κι ανηφόρισαν την Αδριανού. Είχε ήλιο κι οι τουρίστες ήταν πολύ κεφάτοι. Ο κόσμος χαμογελούσε τυφλωμένος απο το φώς. Η κοπέλλα στάθηκε να αγοράσει ξηρούς καρπούς.—Να σας κεράσω εγώ; είπε ο τροχονόμος.—Μα τι συμβαίνει, γιατί με ακολουθείτε; τον ρώτησε εκείνη. Και τι είναι αυτή η κάμερα;—Είναι μια κάμερα της τροχαίας, είπε ο τροχονόμος. Φαίνεται ότι σας ερωτεύτηκε καθώς περνούσατε απο την Ομόνοια. Η θέση της είναι στην Ομόνοια ξέρετε, αλλά την έχει εγκαταλείψει και σας ακολουθεί!—Τι αστείο! είπε η κοπέλλα. Και τώρα τι θα γίνει;—Θα σας κεράσω φυστίκια, αν θέλετε, είπε ο τροχονόμος. Η κοπέλλα ήθελε και έφαγαν φυστίκια και οι δύο. Τα φυστίκια τους έφεραν δίψα και κάθησαν να πιούν μια πορτοκαλάδα. Η κάμερα απο πίσω.—Τι κάνουν αυτοί εκεί; αναρωτιόντουσαν στην Τροχαία.
Αυτοί εκεί αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν,αυτό έκαναν. Μόνο που ο τροχονόμος έχασε τη θέση του στην Τροχαία. Ε, δεν πειράζει, έγινε σκηνοθέτης. Γύριζε ταινίες με τη γυναίκα του πρωταγωνίστρια κι η κάμερα ήταν η πιό ευτυχισμένη από όλους, αφού μπορούσε να την κοιτάζει συνεχώς!
Εικονογράφηση τηςΝτανιέλας Σταματιάδη απο το βιβλίο "Παραμύθια για τα παιδιά της Αθήνας" στον Πατάκη